^Back to Top
facebook

Ο Όμιλος Φίλων Ελληνικού Ποιμενικού (Ο.Φ.Ε.Π.) δημιουργήθηκε το 2000, με αποστολή την διάσωση και διατήρηση της φυλής του Ελληνικού Ποιμενικού σκύλου ( Ε.Π Ελληνικός Ποιμενικός ) , κυρίως στα πρότυπα που η ζώσα παράδοση μας έχει κληροδοτήσει.

Επισκέπτες

738231
Σήμερα
Εχθές
Τρέχουσα εβδ.
Τρέχων μήνας
Προηγούμενος μήνας
Σύνολο μέχρι σήμερα
163
300
963
14609
22573
738231

Το IP σας είναι : 54.80.33.183
Ωρα : 11:20:23
1

ΠΤΥΧΕΣ ΤΗΣ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΚΤΡΟΦΗΣ ΤΟΥ ΕΛΛΗΝΙΚΟΥ ΠΟΙΜΕΝΙΚΟΥ

(Η σύγκρουση των εννοιών διάσωσης και μετάλλαξης της μορφής και των ιδιοτήτων)

                                                                             του Χριστόδουλου Δρίβα

 

Ο σκύλος έχει συνδεθεί στη συνείδηση των κοινωνιών, με δύο ιδιότητες: Η μια είναι του ζώου συντροφιάς και η άλλη είναι του ζώου χρησιμότητας και εργασίας.

Οι δύο αυτές ιδιότητες τις περισσότερες φορές, συνδέονται κατά τρόπο που εξυπηρετούνται και οι δύο καταστάσεις, ώστε ο άνθρωπος να θεωρεί εδώ και χιλιάδες χρόνια, ότι ο σκύλος είναι απαραίτητος σύντροφος και συνοδοιπόρος στην εξέλιξη του πολιτισμού.

Η ζωοτεχνική εξέλιξη του σκύλου από τις αρχές τον 19ο και τον 20ο αιώνα, ακολούθησε τις κοινωνικές μεταβολές, τις οποίες επέβαλαν οι οικονομικές συνθήκες.

Η συνέπεια ήταν, πολλές φυλές με παραδοσιακούς ρόλους την ύπαρξη των οποίων όριζε περισσότερο μια χρηστική αξία, να μεταπηδήσουν κατά τη μεταβιομηχανική περίοδο ανάπτυξης των κοινωνικών, σε ρόλους με υπερέχουσες τις συναισθηματικές και ψυχαγωγικές συνιστώσες της ζωής του ανθρώπου.

Άνθρωποι όλων των κοινωνικών τάξεων και επαγγελμάτων, από τους εύπορους αστούς έως τους εργάτες και τους αγρότες, ασχολήθηκαν με την εμπειρική ζωοτεχνία, στη προσπάθειά τους να δημιουργήσουν σκύλους με επιθυμητές ιδιότητες.

Έτσι οι παραδοσιακές φυλές είτε άλλαξαν ρόλους επιβεβαιώνοντας τη προσαρμοστικότητα του σκύλου ως ζώου στο περιβάλλον διαβίωσής του, είτε μετεξελίχθηκαν σε άλλες κατόπιν διασταυρώσεων, αυξάνοντας τη λίστα των καθαρόαιμων φυλών πλέον των 500 σε αριθμό.

Σε αυτό βοήθησε η ίδια η φύση του σκύλου, έχοντας μια γονιδιακή σύσταση ικανή να μεταλλάσσεται εύκολα και να δίνει μορφές με μεγάλη ποικιλότητα, ικανοποιώντας τις αισθητικές και δημιουργικές τάσεις του ανθρώπου.

Όλες οι χώρες στο κόσμο, από την Ανατολή έως τη Δύση, έχουν να επιδείξουν τις εθνικές τους φυλές, όπως επίσης και φυλές άλλης εθνικότητας, οι οποίες έγιναν περιζήτητες λόγω ιδιοτήτων και κατέστησαν πλέον διεθνείς, εκτρεφόμενες σε όλα τα μήκη και πλάτη του πλανήτη.

Μέσα σ’ αυτό το γίγνεσθαι της εμπειρικής κυνοτεχνίας, οι ποιμενικές φυλές αποτέλεσαν μια αξιοπρόσεκτη κατηγορία. Αυτό συνέβη λόγω των ιδιοτήτων τους, που συνδυάζουν εντυπωσιακό όγκο, άγρια ομορφιά, ποικιλότητα χρωματισμών, δύναμη, αρχέγονα ένστικτα φύλαξης του περιβάλλοντός τους και μια ιστορικότητα συνδεδεμένη με το πρωτογενή τομέα παραγωγής, ο οποίος ήταν ανέκαθεν η βάση για την ανάπτυξη των κοινωνιών, προκαλώντας σεβασμό σε αυτούς που αρέσκονται  ν’ αναμοχλεύουν την ιστορική μνήμη και να φέρνουν στην επιφάνεια τις δικές τους πατρογονικές καταβολές. Μαζί σε αυτά θα προσθέσω και μια ρομαντική διάθεση, που πολλοί αστοί διατηρούν για τη χαμένη επαφή τους με τη φύση.

Από τον προηγούμενο αιώνα, στον Ευρωπαϊκό χώρο, κάποιοι εμπνευσμένοι αστοί, με κυνολογική παιδεία, διακατεχόμενοι από θετικά αισθήματα για το σκύλο της υπαίθρου, ξεκίνησαν μια προσπάθεια καταγραφής των ποιμενικών σκύλων της χώρας τους, οι οποίοι για κάποιους λόγους είχαν υποστεί πληθυσμιακή μείωση και εκφυλισμό.

Το αποτέλεσμα ήταν να μελετηθούν τα χαρακτηριστικά τους, να οργανωθούν εκτροφικές προσπάθειες σε ένα πιο ασφαλές περιβάλλον, ώστε να διασφαλισθούν η μορφή και οι ιδιότητές τους.

Οι σκύλοι αυτοί με τη πάροδο του χρόνου έγιναν γνωστοί στο ευρύ κοινό, εκτιμήθηκε η αξία τους στους χώρους φύλαξης και άλλαξαν έτσι ρόλο, συνδεόμενοι πλέον με τις ανθρώπινες δραστηριότητες του ημιαστικού περιβάλλοντος (Κόλευ, Γερμανικός Ποιμενικός κ.α.).

Η παρέμβαση αυτή του ανθρώπου, θεωρήθηκε από τους κυνοφιλικούς κύκλους, ως «διάσωση» των αυτόχθονων φυλών, στηριζόμενη στις καλές προθέσεις και τα υγιή κίνητρα των εμπνευστών της.

Σήμερα ο όρος αυτός τίθεται πολλές φορές σε αμφισβήτηση, γιατί η αλλαγή ιδιοτήτων και η εξέλιξη της μορφής των σκύλων κάτω από τις μεθόδους της σύγχρονης εκτροφής, σε βάθος χρόνου, δεν διασώζει πάντα το ζώο στην αρχική του κατάσταση.

Αυτό συμβαίνει γιατί η γενετική προσαρμογή αιώνων που πετυχαίνει ο σκύλος με τη φυσική επιλογή στο δεδομένο περιβάλλον, ανατρέπεται από τη παρέμβαση του ανθρώπου και μετασχηματίζεται σε κάτι άλλο, εξαρτώμενο άμεσα από το νέο περιβάλλον και τις μεθόδους επιλογής των χαρακτηριστικών, το οποίο δεν μπορεί ν’ αναπληρώσει σε όλη την έκταση των ιδιοτήτων το αρχικό μόρφωμα της οντότητας του σκύλου.

Η επιτυχία πάντως των ιστορικών αυτών προσπαθειών διατήρησης των αυτόχθονων φυλών σκύλων στην Ευρώπη, από τον περασμένο αιώνα μέχρι σήμερα, οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στην ανταπόκριση του κοινού, το οποίο στελέχωσε τις συλλογικές δράσεις, υπό την καθοδήγηση βεβαίως και των ειδικών κυνοτεχνών, οι οποίοι καταρτίσανε προγράμματα αναπαραγωγής, συνέταξαν πρότυπα μορφολογίας και θέσπισαν μεθόδους κρίσης των παραγώγων.

Αυτές οι δράσεις αποτέλεσαν παραδείγματα ζωοτεχνικής εργασίας για τους μεταγενέστερους κυνόφιλους, οδηγώντας σιγά – σιγά ένα κίνημα ευρύτερης κυνοφιλίας, το οποίο τις τελευταίες δεκαετίες πλαισιώθηκε και από τις νέες κατακτήσεις της επιστήμης στο τομέα της κτηνιατρικής και της ευζωίας των ζώων. Η νομική τους κατοχύρωση, αποτελεί πλέον τους θεσπισμένους κανόνες λειτουργίας των κυνοφίλων σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Η περίοδος 1990 έως 2000, αποτελεί για τους θιασώτες και φίλους του Ελληνικού Ποιμενικού σκύλου, χρόνο προβληματισμού γύρω από τη ταυτότητα και την αυθεντική μορφολογία του και μεγάλης κινητικότητας στο τομέα της ανεύρεσης των κατάλληλων γεννητόρων στην ύπαιθρο, ώστε να οργανωθεί μια σύγχρονη εκτροφή στο ημιαστικό περιβάλλον.

Η τελική διαλογή των αρχικών σκύλων αναπαραγωγής, ως αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού του εφικτού στη μορφή τους με το ιδανικό πρότυπο, αποτέλεσε και τη βάση των εκτροφικών προτάσεων για την ανάπτυξη του Ελληνικού Ποιμενικού και δημιούργησε τις συλλογικότητες οι οποίες εργάζονται σήμερα για την διατήρηση του σκύλου αυτού στη χώρα μας.

Ο στόχος των φίλων του Ελληνικού Ποιμενικού ήταν και παραμένει, η διάσωση της μορφής και των ιδιοτήτων του σκύλου μας αυτού και η γενετική του σταθεροποίηση, ώστε όλοι οι απόγονοι, να έχουν σταθερή έκφραση των επιθυμητών χαρακτηριστικών.

Στη σύγχρονη μεθοδολογία της εκτροφής, το καθιερωμένο πεδίο για την εκτίμηση του έργου αυτού, είναι οι εκθέσεις. Σε αυτή τη διαδικασία κριτές και εκτροφείς έχουν ν’ αντιμετωπίσουν την αξιολόγηση της μορφής των σκύλων και τον παράγοντα ποικιλότητα της φυλής. Η έννοια της ποικιλότητας των ειδών και βεβαίως του σκύλου, χαρακτηρίζει τη δυνατότητα της συνεχούς προσαρμογής των φυλών, μέσα από τη διαδικασία της διαλογής των ατόμων, την οποία είτε ο εκτροφέας, είτε η Φύση, επιχειρούν ως διαχειριστές της αναπαραγωγής. Τα όρια της ποικιλότητας αποτελούν ένα πεδίο συνεχούς τριβής μεταξύ κριτών και εκτροφέων και προσδιορίζουν το πλαίσιο της υποκειμενικής αντίληψης των πραγμάτων. Ποια χαρακτηριστικά είναι αποδεκτά και ποια ανήκουν σε άλλη φυλή ή συνιστούν ελάττωμα εκφυλισμού; Ποια χαρακτηριστικά εδραιώνουν την αναγνωρισιμότητα της φυλής στον κυνόφιλο πληθυσμό και επιβεβαιώνουν την επιτυχία της εκτροφής και κατ’ επέκταση την συνέπεια θεωρίας και πράξης; Σε ποιο βαθμό η αισθητική αντίληψη των εκτροφέων επηρεάζει τη μορφή του πληθυσμού που αναπαράγεται;

Είναι γεγονός, ότι κάθε επιλογή των εκτροφέων στα χαρακτηριστικά των απογόνων, οδηγεί τον πληθυσμό προς μια κατεύθυνση και η εφαρμογή της αναπαραγωγής μετά από χρόνια, σταθεροποιεί μέρος των χαρακτηριστικών του γενετικού δυναμικού των σκύλων, ενώ κάποια άλλα τα βάζει σε ένα γενετικό περιθώριο, το οποίο επέκεινα έχει μικρές πιθανότητες και ποσοστά έκφρασης.

Η αλλαγή του περιβάλλοντος διαβίωσης των σκύλων και κατά συνέπεια η αλλαγή χρήσης των από τους ανθρώπους, περιορίζουν τη δυνατότητα της διατήρησης των ιδιοτήτων εκείνων που συνδέονται με τη παρελθούσα ζωή και δράση των σκύλων. Ιδιότητες που σχετίζονται με το χαρακτήρα και την απόδοση σε συγκεκριμένη εργασία, μόνο έμμεσα μπορούν να εκτιμηθούν και γι’ αυτό είναι επισφαλείς και άκρως εξαρτώμενες από την παρατηρητικότητα των εκτροφέων. Στην πράξη τα κουτάβια επιλέγονται μόνο από τα εξωτερικά χαρακτηριστικά τους, συγκρινόμενα με τους γονείς τους ή κάποιους πιο μακρινούς προγόνους για τους οποίους υπάρχουν ακόμη μνήμες της μορφής τους. Στις περισσότερες περιπτώσεις, ο χαρακτήρας αξιολογείται με βάση την κυριαρχικότητα, που ποικίλει μεταξύ των κουταβιών, όπως επίσης την δυνατότητά τους να προσαρμόζονται στις απαιτήσεις της ζωής ενός νέου περιβάλλοντος, δηλαδή τις αυλές των νέων ιδιοκτητών. Αυτοί οι τελευταίοι συνήθως διαβιούν σε αστικό περιβάλλον και διαθέτουν ελάχιστο χρόνο αφιερωμένο στην ανάπτυξή τους.

Η έλλειψη επαρκούς συναναστροφής με τον άνθρωπο, οδηγεί αρκετούς δυναμικούς Ελληνικούς ποιμενικούς σκύλους, σε εκτροπή της ανεκτής συμπεριφοράς και σε επιθετικότητα, η οποία κάτω από άλλες συνθήκες στο κτηνοτροφικό πεδίο και στα καθήκοντα αντιμετώπισης των αγριμιών θα ήταν όχι απλά επιθυμητή, αλλά πολύτιμη. Το φαινόμενο αυτό επιβεβαιώθηκε, όταν σε κάποιες περιπτώσεις, επιθετικοί σκύλοι απωθήθηκαν από τους ιδιοκτήτες τους ως ανεπιθύμητοι στο κτηνοτροφικό περιβάλλον και εκεί διέπρεψαν ως φύλακες των κοπαδιών, αντιμετωπίζοντας επιτυχώς λύκους, έως τη στιγμή που κάποια δόλια πράξη (φόλα) τρομοκρατημένων περιοίκων, έκοψε το νήμα της ζωής τους.

Σε όλη την περίοδο σύστασης και λειτουργίας του Ο.Φ.Ε.Π. υπήρξε σταθερά ο προβληματισμός σχετικά με τις έννοιες της διάσωσης και της μετάλλαξης του Ελληνικού Ποιμενικού. Καρπός αυτών των αμφισβητήσεων της επιτυχούς διαλογής αυθεντικών γεννητόρων και της ορθής εφαρμογής των αρχών της εκτροφής, ήταν τα σεμινάρια που οργανώθηκαν στο παρελθόν. Αυτά προέκυψαν μέσα από  μια αγωνιώδη προσπάθεια να υπάρξει δραστήρια, μαζική και ενιαία συμμετοχή στην αναπαραγωγή και διατήρηση ενός αυθεντικού πληθυσμού, βασισμένη όχι μόνο σε αντικειμενικά κριτήρια επιλογής και ιστορικά δεδομένα, αλλά και στην πρακτική εμπειρία εντόπιων και ξένων φίλων του σκύλου.

Χωρίς να γνωρίζω απόλυτα το βαθμό ικανοποίησης των ερωτημάτων που κυριαρχούσαν την περίοδο εκείνη της δραστηριότητάς μας στους περισσότερους φίλους του Ελληνικού Ποιμενικού, έχω την αίσθηση ότι εκείνες οι επαφές και οι προσπάθειες ανάλυσης των εκτροφικών προβλημάτων που αντιμετωπίζαμε, συνέβαλαν αποφασιστικά στην συνειδητοποίηση των κατευθύνσεων που έπρεπε ν’ ακολουθηθούν για να εξελιχθεί θετικά ο πληθυσμός των σκύλων μας.

Σήμερα μετά δεκατρία χρόνια συλλογικής δράσης του Ο.Φ.Ε.Π. ο αρχικός πληθυσμός των Ελληνικών Ποιμενικών σκύλων που απετέλεσε τον αρχικό πυρήνα αναπαραγωγής, έχει πλέον εκφρασθεί σε όλη τη διάσταση της ποικιλότητάς του, πολλαπλασιάστηκε σε ικανοποιητικό βαθμό, έχει μελετηθεί στο μέτρο του εφικτού και έχει καταχωρηθεί σε μητρώα, ώστε να είναι αξιοποιήσιμος στο μέλλον.

Αυτό σημαίνει ότι το κυνόφιλο κοινό αφυπνίστηκε, ευαισθητοποιήθηκε σχετικά με τις εθνικές φυλές σκύλων και ενέταξε τον Ελληνικό Ποιμενικό στον τρόπο ζωής του, όπως επίσης επιχείρησε με τη συμμετοχή στην αναπαραγωγή, να δώσει το προσωπικό του στίγμα στο ζήτημα της διάσωσης του σκύλου μας.

Οι ειδικότερες δραστηριότητες που αφορούν την αξιολόγηση των ποιοτικών χαρακτηριστικών του πληθυσμού, σύμφωνα με το θεσπισμένο μορφολογικό Πρότυπο, έδωσαν και αυτές καρπούς και δημιούργησαν έναν άλλο στενότερο και πιο ολιγάριθμο πυρήνα εκτροφής, ο οποίος σιγά-σιγά αναπτύσσεται και κατακτά σε ένα μεγαλύτερο βαθμό τον παράγοντα αναγνωρισιμότητα.

Έχοντας υπόψη ότι το αντικείμενο της ενασχόλησής μας είναι πολλαπλά σύνθετο και σε μεγάλο βαθμό απρόβλεπτο στην εξέλιξή του και επίσης έχοντας συναίσθηση των δυνατοτήτων μας και των περιορισμών που βάζει, το περιβάλλον διαβίωσής μας, αντιλαμβανόμαστε ότι πολλοί προβληματισμοί σχετικά με τη διάσωση της φυλής στην αυθεντική της μορφή ή τη μετάλλαξή της σε κάτι νέο, υπάρχουν ακόμη και αποτελούν μια διαρκή πρόκληση στα ενδιαφέροντά μας.

Τι σημαίνει τελικά διάσωση του Ελληνικού Ποιμενικού;

  1. Διάσωση της μορφής; Και ποιας μορφής μέσα στον πολυποίκιλο και ευρύ πληθυσμό των εργασιακών σκύλων, των διάσπαρτων σε μια ευρεία γεωγραφική κατανομή και των συνεχώς υποκείμενων σε εποχικές μετακινήσεις και τυχαίες επιλογές της αναπαραγωγής των από τη «μητέρα φύση» ή τα ασαφή κριτήρια των κτηνοτρόφων; Πως λειτουργεί εδώ η συλλογική μνήμη και πως εδραιώνεται η εκτροφική πρόταση του Ο.Φ.Ε.Π. στο κυνόφιλο κοινό;
  2. Διάσωση των ιδιοτήτων;
  3. Διάσωση της παραδοσιακής χρήσης του και ενίσχυση των κτηνοτρόφων στο έργο της ποιοτικής αναπαραγωγής τοπικά, με απομάκρυνση των μιγάδων;
  4. Πληθυσμιακή αύξηση όλων των ποικιλιών της υπαίθρου και διατήρησή της σε βάθος χρόνου;
  5. Αφύπνιση του ενδιαφέροντος του κοινού με ενημέρωση και ενεργοποίηση του ανθρώπινου δυναμικού μιας χώρας προς την κατεύθυνση της διάδοσης του συγκεκριμένου σκύλου σε ευρύτερες κοινωνικές ομάδες;
  6. Διασφάλιση της συνεχούς παρουσίας του σκύλου σε συγκεκριμένο περιβάλλον;
  7. Πληθυσμιακή ανάπτυξη ενός αναπαραγωγικού πυρήνα σκύλων με συγκεκριμένη μορφή, περιορισμένη ποικιλότητα και σταθερές ιδιότητες που σχετίζονται με μια αυξημένη αναγνωρισιμότητα;

Είναι γεγονός ότι τα είδη των έμβιων όντων συνεχώς εξελίσσονται. Κάποιες ιδιότητες μεταλλάσσονται, κάποιες χάνονται και κάποιες άλλες διατηρούνται.

Στην εποχή μας και ενώ ο τεχνολογικός πολιτισμός έχει αλλάξει τα πάντα στη ζωή μας και έχει επηρεάσει τη νοοτροπία μας, σε σχέση με τη χρονική περίοδο στην οποία αναπτύχθηκαν οι παραδοσιακές φυλές σκύλων, η λύση στο πρόβλημα της διάσωσης του εθνικού μας ποιμενικού σκύλου, φαίνεται να προκύπτει από τη θέληση μας να τον διαχειριστούμε, με σωστές αρχές, σε βάθος χρόνου και σεβασμό στη σύνθετη φύση του, μέσα από μια ολιστική θεώρηση των ιδιοτήτων του και μακριά από τους πειρασμούς της ευκαιριακής εμπορευματοποίησής του.

Αυτοί οι λίγοι αλλά συνειδητοποιημένοι εκτροφείς, οι οποίοι προβληματίζονται σε κάθε αντιξοότητα και επιμένουν ψάχνοντας πληροφόρηση και λύσεις, είτε εργάζονται στην ύπαιθρο, είτε στο ημιαστικό περιβάλλον, αποτελούν την ελπίδα της σύγχρονης εκτροφής του Ελληνικού Ποιμενικού.